Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΩΣ ΚΡΙΣΗ ΔΙΚΑΙΟΥ. Aπό το «Δίκαιο» στο «Δίκαιο της ανάγκης» ή «Δίκαιο εξαιρετικών περιστάσεων». (Αρθρο του Δικηγόρου Πατρών Φώτη Λεπίδα).


To Δίκαιο φανερώνεται στο θεσμικό πεδίο, ως αναγκαιότητα για την ρύθμιση κλονιστικών της τάξης και της κανονικότητας, γεγονότων, πράξεων και καταστάσεων. Υπάρχει άραγε κατάσταση σύμφωνα με την οποία το Δίκαιο λειτουργεί ως παράγοντας αταξίας της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής.
Αν δεχθούμε αυτή την πιθανότητα τότε ανακύπτει είτε το ζήτημα της προσαρμογής του Δικαίου στην ανάγκη επαναφοράς στην κανονικότητα, είτε στην εγκαθίδρυση νέας κανονικότητας έξω και πέραν των ισχυόντων κανόνων δικαίου.
Αυτή η επιστροφή στην κανονικότητα εμφανίζεται να απαιτεί, ένα «εξαιρετικό δίκαιο» που ουσιαστικά αναιρεί τους ισχύντες κανονες δικαίου. Ενα δίκαιο που να αναιρεί το Δίκαιο. Ενα «δίκαιο» που να καταργεί την ασφάλεια Δικαίου και να ανατρέπει την ιεράρχιση των κανόνων αλλά και να αποσαρθρώνει την ίδια την αναγκαιότητα ιεράρχισης των κανόνων δικαίου. Ενα σύστημα που το κάθε υποσύστημα να μορεί να καθίσταται υπερσύστημα.
Ενα σύστημα κανόνων δικαίου, που καποιες εξαιρετικές ρήτρες αυτού, να μπορούν να λαμβάνουν τα χαρακτηριστικά ενός νέου «Φυσικού Δικαίου», αναντίλεκτης ισχύος και το οποίο να οδηγεί στην απόλυτη ισχύ των αποφάσεων του πολιτικά κυρίαρχου, του νέου ηγεμόνα, πέραν και πάνω από τον τρόπο συγκρότησης και φανέρωσης του Δικαϊκού γεγονότος στην έννομη τάξη, πέραν και πάνω από τη διαδικασία ελέγχου εφαρμογής των κανόνων δικαίου και την δικαστική υπεροχή, στην εποπτεία τήρησης των ορίων και των κανόνων της έννομης τάξης.
Η συνταγματική διάκριση των εξουσιών ευρίσκεται σε κρίση, όχι με την κατάργησή της αλλά με την αλλοίωση των ορίων και την διευσδυση της μιάς εξουσίας μέσα στην άλλη.
Η αναγκαιότητα κεντρικού σχεδιασμού της συγκυριακής έννομης τάξης, οδηγεί σε αλλοίωση των όρων κατασκευής του λεγόμενου νομικού εποικοδομήματος, αφού πλέον αρχές που οδήγησαν στην οικοδόμηση του Κρατους Δικαίου καθίστανται οι ίδιες αρχές αποδόμησής του αφού «μετακινήθηκαν» από το ένα πεδίο στο άλλο.

Η «Νομιμοποίηση», έννοια καθαρά της κοινωνιολογίας του Δικαίου και διαδικαστική προϋπόθεση για την δημιουργία θεσμών και κανόνων δικαίου, κατέστη τρόπος ανατροπής των ιδίων αυτών των θεσμών και των κανόνων.
Η χρονική και θεσμική προτεραιότητα του πολιτικού, έναντι του "νομικού" και του "νομικού" έναντι του "δικανικού" και η διαλλεκτική και επαγωγική "νομιμοποίησή' τους φαίνεται να αναστρέφεται και η Βεμπεριανή έννοια της «νομιμοποίησης» να χρησιμοποιείται, όχι για την δημιουργία κανόνων δικαίου, αλλά για την εφαρμογή των κανόνων και την διαδικασία υπαγωγής.
Δεν είναι πλέον το "πραγματικό" που πρέπει να υπαχθεί στον κανόνα δικαίου, αλλά ο κανόνας δικαίου που απαιτείται να προσαρμοσθεί εφαρμοστικά στο "πραγματκό".
Ετσι επέρχεται ησύγχυση των εξουσιών. Η Δικαστική εξουσία καλείται να θεωρεί, ως αόριστες νομικές έννοιες ακόμη και αυτές που νομοθετικά εκφέρονται κατά τρόπο απόλυτα ορισμένο και τούτο προκειμένου να "νομιμοποιείται" να προβαίνει σε ερμηνευτική εφαρμογή, απεμπολώντας την κυτταρική έννοια του Δικαίου, αυτή της "νομιμότητας".

Το λεγόμενο «Δίκαιο της Ανάγκης» η "Δίκαιο εξαιρετικών περιστάσεων" εμφανίζεται να μην είναι τίποτε άλλο, παρά η καθαρή και απροσχηματιστη αναίρεση του ίδιου Δικαίου και σε καμία περίπτωση, αναστολή έστω, ισχύος ορισμένων κανόνων δικαίου ή η συγκυριακή παράλυση εφαρμογής τους, μέσω της εφαρμογής μιας προϋπάρχουσας ρητής τυπικής ρήτρας Δικαίου, όπως συβαίνει στον τομέα του Αστικού η του Ποινικού Δικαίου.
Η έννοια της "νομιμοποίησης" εκεί, είτε με την μορφή των λεγόμενων «δικαιολογητικών λόγων του εγκλήματος» είτε με την μορφή της παραβάσεως του κανόνα δικαίου, για τηνπροάσπιση υπερτέρου εννόμου αγαθού, ενσωματώνεται περιστασιακά στην έννοια της «νομιμότητας» και υπό την μορφή αυτή γίνεται δεκτή ως 'δίκαιο'.
Είναι ο ειδικός κανόνας δικαίου που αποτρέπει την εφαρμογή, συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. Ετσι στους τομείς αυτούς βλέπουμε πώς το λεγόμενο «Δίκαιο της Ανάγκης» είναι «Δίκαιο» και όχι «Ανάγκη».
Στο πεδίο του Δημοσίου και ειδικότερα του Διοικητικού Δικαίου, όπου η αυστηρότητα της αρχής της νομιμότητας δεν επιτρέπει δάνειες ρυθμίσεις από διαφορετικά πεδία του Δικαίου για την «ανατροπή» της, η έννοια της "νομιμοποίησης", γίνεται δεκτή μόνον στην αυστηρά προσδιορισμένη περίπτωση που ρυθμιζεται από το άρθρο 48 του Συντάγματος που καθιδρύει αυστηρή και σαφή επιταγή και που δεν επιδέχεται καμία ερμηνείας.
Κάποια, εφαρμοστικά του δικαίου, ζητήματα, που αναδύονται μέσα από αποφάσεις Διοικητικών δικαστηρίων και οι οποίες εμφανίζονται επηρεασμένες από την λεγόμενη οικονομική κρίση, δεν μπορει να θεωρηθούν, ως εκφάνσεις του λεγόμενου «δικαίου των εξαιρετικών περιστάσεων», αλλά ως κρίσεις ορθής η εσφαλμένης, υπαγωγής στα στοιχεία που περιέχει ο νόμος και αναφέρομαι ιδιαίτερα στην δικανική αντιμετώπιση ζητημάτων αποζημιώσεως κλπ.

Παρατηρείται όμως το φαινόμενο αποφάσεις και ανώτατων δικαστηρίων να καταφεύγουν, με διαφορετικό ενδεχομένως λεκτικό μανδύα (π.χ «εξαιρετική κατάσταση», «εξαιρετικές περιστάσεις» κλπ.) στην προδικαϊκή – πολιτική και αόριστη έννοια, της «αναγκαιότητας», προκειμένου να στηρίξουν κρίση περί της «νομιμοποιημένης» έκδοσης διοικητικών πράξεων προσφεύγοντας έτσι σε πολιτικές προδικαϊκες (στο χώρο του Δημοσίου Δικαίου) έννοιες που όχι μόνον δεν αποτελούν μέρος του corpus των διατάξεων Δημοσίου Δικαίου, αλλά επιπλέον αποτελούν ανατροπή ολόκληρου του οικοδομήματος του θετού δικαίου. Προσφεύγουν σε πολιτική νομική αιτιολογία επιφέροντας, ενδεχομένως και ανεπίγνωστα, μεγαλύτερη σύγχυση των ορίων των εξουσιών και δυστυχώς, αθέλητη υπονόμευση της συνταγματικής έννομης τάξης και της δημοκρατικής άρθρωσης της Πολιτείας.

Η υποκατάσταση του "πολιτικού" από το "Δικαστικό" και η αντιστροφή της κατεύθυνσης της νομιμοποιητικής διαδικασίας.
Ενω κατά το Σύνταγμα είναι η «Πολιτική» που θεσμοθετεί και νομοθετεί και έτσι είναι το ερεισματικό προαπαιτούμενο της δικαστικής λειτουργίας, εν προκειμένω το «Δικαστικό» φαίνεται, όχι να ερμηνεύει, αλλά να εγκαθιδρύει κανόνες δικαίου οικειοποιούμενο, το νομιμοποιητικό στοιχείο της «Πολιτικής»

Από το πεδίο της νομιμότητας η δικαστική εξουσία, υπο το βάρος της πολιτικής εξουσίας, οδηγείται στο πεδίο της «νομιμοποίησης» ήτοι στο πολιτικό πεδίο, επιφέροντας έτσι μιά εξαιρετική σύγχυση συνταγματικής αταξίας.
Από το πεδίο του νομικού «είναι» η Δικαιοσύνη περνά στό πεδίο του νομικού δέοντος «είναι» Από το πεδίο της νομικής τάξης στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας και της ηθικής. Από το πεδίο ερμηνείας του «πραγματικού», στο πεδίο της κατασκευής του.

Αυτή η εκτροπή φανερώνεται στο χάσμα που δημιουργει στο κοινωνικό πεδίο η λεγόμενη «Κρίση» μεταξύ μιάς «φυσιολογικής κατάστασης» και μιάς «εξαιρετικής κατάστασης». Στο πεδίο αυτής της διάκρισης και στο συνεπαγόμενο «χάσμα», ανακύπτει η σύγχυση μεταξυ Νομολογιακής και Κρατικής παρέμβασης στο πραγματικό.

Η ανάλυση αυτή λαμβάνει υπ’όψιν και τις επιπτώσεις στην διαδικασία νομιμοποίησης και στην εκτίμηση της νομιμότητας από το νέο κοινοτικο πλαίσιο εξετάζοντας το «Δίκαιο» ως «μέσο» που υπηρετεί τα άλλα κρατκά και κοινωνικά υποσυστήματα και το Δίκαιο «Θεσμός» που συγκροτεί τα ανωτέρω υποσυστήματα.
Στη λεγόμενη «κατάσταση ομαλότητας» ακολουθώντας τη Βεμπεριανή σύλληψη οι ιδεώδεις τύποι της νομιμοποίησης, κεντρικό θέμα της πολιτικής κοινωνιολογίας, αναπτύσσονται, εν μέρει , υπό την οπτική των θεμελιωδών κατηγοριών του νομικού ορθολογισμού.
Οπως από την «αιτία» απορρέει το «αποτέλεσμα» έτσι και από τον «κανόνα» απορρέει η «απόφαση», πλήν όμως αυτή δεν είναι ενέργεια ενός δικαστή που μπορεί να θεωρηθεί ως ένα μηχανικό «αυτόματο υπαγωγής», εμα μηχανιστικό φετιχ που εφαρμόζει κάθε φορά αποκλειστικά αυτό που "νομοθετεί» συγκυριακά ο «κυρίαρχος», αλλά ενός δικαστή που «απονεμει Δικαιοσύνη» σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 87 Σ.
Η "απονομή Δικαιοσύνης" δεν συνέχεται με την εφαρμογή συγκεκριμένου και μόνον, κανόνα δικαίου, αλλά η διαλεκτική και συνδιαστική ανάλυση όλων των ισχυόντων κανόνων δικαίου (εσωτερικού και ενσωματωμένου σε αυτό «διεθνούς») και κυρίως αυτών, που αποτελούν διαρκή έκφραση των μεγάλων συταγματικών και διοικητικών αρχών όπως αυτή της Δικαστικής ανεξαρτησίας, της νομιμότητας, της χρηστής διοικήσεως, της ασφάλειας δικαίου, των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων κλπ.

Αντιθετως ο "πραγματισμός" ως οψιγενής θεωρία του Δικαίου, ενω επιχειρεί να αποδείξει πώς η «απόφαση» δεν είναι απόρροια της αυτομάτου υπαγωγής του πραγματικού στο νομικό, εντούτοις υπερβαίνοντας αυτό, οδηγείται στην ανατροπή των ορίων του νομικού πεδίου.
Η λεγόμενη σχολή του «Ελεύθερου Δικαίου» η του λεγόμενου «ανοιχτού δρόμου» του Rudolf Jhering, αναζητεί τα κενά του νόμου για να τα συμπληρώσει όχι με την προσφυγή στο ίδιο το Δίκαιο, αλλά με προσφυγή σε εξωδικαϊκά στοιχεία, με κριτήριο την εξόχως πολιτική έννοια της «αποτελεσματικότητας».
Οι εκφραστές αυτού του ρευματος είναι οι Hermann Kantorowicz, ο Eugen Ehrlich και ο François Gény.
Δίπλα στον νομικό πραγματισμό, ο Βέμπερ προωθεί, μέσω της κατηγορίας του ορθολογικού περιεχομενου του Δικαίου, την επανεμφάνιση ενός κοινωνικού «Φυσικού Δικαίου», ενός «Υπερ-θετικού» Δικαίου, που θα κυριαρχεί επί του Θετού Δικαίου, με βαση μιά νεοκαντιανή αντίληψη της οποίας γνήσιος εκφραστής είναι ο ο Rudolf Stammler.

Με βάση την επανακάμπτουσα τυπολογία του Βέμπερ όχι πλέον στο πολιτικό – δικαιοπαραγωγκό πεδίο, αλλά στο ίδιο το νομικό πεδίο, διακρίνουμε τρεις τύπους της διοικητικής νομολογίας.
Μιά τυπική νομολογία, μιά εργαλειακή νομολογία και μία αξιoλογική νομολογία.
Ως «τυπική νομολογία» θεωρούμε τις σύγχρονες προσεγγίσεις του Δικαίου που μπορούν να υπαχθούν στον ιδεατό Βεμπεριανό τύπο της τυπικής λογικότητας του Δικαίου.
Σύμφωνα με τον τύπο αυτό η επιστήμη του Δικαιου, παραμένει πάνω απ’όλα μιά επιστήμη των δικαϊκών συλλήψεων. Μιά λογική επιστήμη της ερμηνείας και της εφαρμογή των κανόνων, που απαιτεί από τους νομικούς λειτουργούς, μιά μεγάλη τεχνική καταρτιση και μιά ψυχρή αξιολογική ουδετερότητα, η οποία δεν επηρεάζεται από τα πολιτικά, κοινωνικά ή ηθικά ζητήματα που κρύβονται πίσω από την νομική κατασκευή της δίκης.
Οπως αναφέρει ο. Windscheid επικεφαλής του κινήματος των Πανδεκτιστών, «οι ηθικές, πολιτικές η οικονομικές αντιλήψεις δεν είναι υπόθεση της Δικαιοσύνης»

Ως εργαλειακή νομολογια θεωρούμε μιά προσέγγιση του Δικαίου που προβαίνει σε στάθμιση συμφερόντων (με την έννοια των υλικών η ηθικών επιδιώξεων που είναι δεκτικές δικαστικής προστασίας) και τα οποία γίνονται σεβαστά από το Κράτος, τους ιδιώτες και τις Συλλογικότητες.
Αυτή η στάθμιση είναι όλη η ουσία της παρέμβασης του δικαστή.
Σύμφωνα με αυτου του είδους τη «νομολογία» η δικανική συλλογιστική είναι μιά εργασία ουδέτερη και αντικειμενική και η "νομιμοποιήση" στηρίζεται σε μιά υλική παρά τυπική αρχή.
Αυτή η αρχή μπορεί να χαρακτηρισθεί ως Αρχή της Χρηστικότητας, στο μέτρο που το συμφέρον του Κράτους, επιβάλλει τον περιορισμό των ατομικών συμφερόντων, περιορίζοντας ταυτόχρονα θεμελιώδη δικαιώματα και η οποία αναλαμβάνει την πρόσδοση περιεχομένου στην έννοια «Δημόσιο συμφέρον» διευρύνοντας ιδιαίτερα τα όρια του σε σημείο που αυτό να ταυτίζεται πλέον με το «Ιδιωτικό Συμφέρον του Δημοσίου»

Ολες οι κινήσεις του νομικού πραγματισμού (όπως η κοινωνιολογική νομολογία, και ο Αμερικάνικος «νομικός ρεαλισμός», η "ελεύθερη έρευνα" του Geny, η "νομολογία των συμφερόντων" και το "κίνημα του ελεύθερου στη Γερμανία) οδήγησαν στην ανάπτυξη μιάς τέτοιας εργαλειακής νομολογίας, αξιώνοντας μιά αντιστοιχία ανάμεσα στην εφαρμογή του δικαϊκού κανόνα, και τις συγκεκριμένες επιδιώξεις των ενδιαφερομένων για το «Δίκαιο», που ανακύπτουν από την μία η την άλλη φόρμα της κοινωνιοδικαϊκής ανάλυσης.
Ετσι η σύλληψη του «συμφέροντος» συμπυκνώνει μια σημαντική θέση στα πλαίσια της επικαιρικής και ύστερης νομολογίας.
Για την νομολογία του «συμφέροντος» κάθε δίκη αντιπροσωπεύει μία σύγκρουση συμφερόντων δηλαδή μιά σύγκρουση για την ικανοποίηση ενός υλικού η ηθικού αγαθού δυνάμενης να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής προστασίας.
Αυτή η «συλληψη» είναι απόρροια της ιδωτικοποίησης του Δημοσίου.

Ως αξιολογική νομολογία θεωρούμε, κάθε μέθοδο ερμηνείας που στηρίζεται σε μιά συνταγματική ηθική η οποία διακηρύσσει εισαγωγικά, την πρωτοκαθεδρία των αξιών και των θεμελιωδών αρχών και τείνει να εγκαθιδρύσει μιά ιεραρχία των συνταγματικών αρχών, που πρέπει να οδηγεί τον ερμηνευτή, κατά την διάρκεια της εργασίας του, για την διακήρυξη και την εφαρμογή των θεμελιωδών διατάξεων.

Σε αντίθεση με την τυπική νομολογία, απορρίπτει την αξιολογική ουδετερότητα, αναζητά την συνέπεια σε ένα πεδίο υλικό, και ένα πεδίο ηθικής τάξης. Δεν πιστεύει περισσότερο στα πλεονεκτήματα της τυπικής λογικής της στιγμής που αυτή πρόκειται να εκφραστεί απομακρυνόμενη από την αξιολογική σφαίρα.

Σε αντίθεση με την εργαλειακή νομολογία, αρνείται σε κάθε περίπτωση την χρηστική επεξεργασία των νομικών ζητημάτων και απαιτεί όπως η επιλυσή τους, εξαρτάται όχι από τις συνέπειες της ίδιας της απόφασης, αλλά περισσότερο από τις Αξίες και τις Αρχές που είναι δικηρυγμένες.
Ετσι, νόμιμη είναι μόνον η απόφαση η επικαιρικά ορθολογική, που θεμελιώνεται στην συνταγματική ηθική. Η λήψη υπ’όψιν των συνεπειών πρέπει να υπακούει στην ιεράρχιση των αξιών που συνέχουν το συνταγματικό κείμενο.
Για παράδειγμα, η επίκληση της ελευθερίας των συμβάσεων και της ελευθερίας των συναλλαγών ως υπερνομοθετικές αξίες οδηγεί σε ακύρωση του προστατευτικού πηρύνα του εργατικού δκαίου.
Για να παραφράσουμε τον Βέμπερ, τα όρια μεταξυ αυττών των ιδεατών τύπων, είναι αναγκαστικά ρευστά και η νομολογία μπορεί να στηρίζει τα συμπεράσματα της σε έναν η στον άλλο κάθε φορά τύπο.
Η Νομιμοποίηση και οι εξερετικές περιστάσεις.
Οι ανωτέρω τρείς Ιδεατοί τύποι της Βεμπεριανής «νομιμοποίησης» ενώ είναι του «Πολιτικού – δικαιοπαραγωγικού» πεδίου, πέρασαν στο πεδίο της Νομολογίας, κατά τρόπο συντρίβοντα τα όρια, που επιβάλλει η συνταγματική διάκριση των εξουσιών.
Ακόμα και έαν το δίκαιο καταλαμβάνει –χωρίς αμφιβολία μιά ουσιαστικά σημαντική θέση απ’ότι στο παρελθόν, στη διαδικασία της νομιμοποίησης, στις συγχρονες κοινωνίες είναι σημαντικό να επισημάνουμε πώς κάθε νομιμοποίηση, δεν ανακύπτει από την δικαϊκή σφαίρα.

Οπως γνωρίζουμε ο Βέμπερ, σε αρμονία με την κοινωνιολογία της πράξης, διαχωρίζει ανάμεσα στη "νομική νομιμοποίηση" (ορθολογική τελολογική πράξη) την "χαρισματική νομιμοποίηση" (πατερναλιστική πράξη) και την "παραδοσιακή νομιμοποιηση".
Αυτός ο τύπος ο τελευταίος, της νομιμοποίησης δεν μας ενδιαφέρει εν προκειμένω όχι επειδή η προσφυγή στην παράδοση δεν έχει κάποια σημασία στις σύγχρονες κοινωνίες αλλά επειδή αυτός ο τρύπος νομιμοποίησης αφορά σύμφωνα με τον Βέμπερ, την κανονική ζωή και όχι την μη κανονική, η αυτή των εξαιρετικών περιστάσεων.

Αντιθέτως η χαρισματική νομιμοποίηση αναπτυσσεται –παρατηρεί ο Βέμπερ- ακριβώς στο χάσμα με την καθημερινότητα.
Ως χαρισματική νομιμοποίηση ο Βέμπερ, εννοεί την πίστη στην εγκυρότητα ενός κανόνα που βασιζεται στην πίστη ισχύος μιάς κυριαρχίας η οποία με τη σειρ΄ατης θεμελιώνεται στην συναισθηματική συμμετοχή των μαζών σε έναν "διευθύνοντα" που εξοπλίζεται –σύμφωνα με αυτή την αντίληψη- μιάς εξαιρετικής αποστολής.
Αυτή η κατάσταση συναντάται σε εξουσιαστικά αυταρχικά πλαίσια (Κρόμγουελ, Ναπολέων) η και σε ολοκληρωτικά (Χίτλερ, Σταλιν κλπ.) αλλά επικρατει εξ ίσου και στα πλαίσια των δημοκρατικών κοινωνιών όπου ένα στοιχείο χαρισματικής νομιμοποίησης, ερχεται πολλές φορές και επικαθορίσει τον κανονικό τρόπο «νομιμοποίησης» δηλαδή αυτόν της κανονιστικής νομιμότητας
Μπορούμε στην περίπτωση αυτή να αναφερθούμε στις περιπτώσεις του Τσώρτσιλ του Τρυντω η του Ντε Γκόλ

Εξαιρετικές περιστάσεις.
Κάθε εξαιρετική κατάσταση δεν σημαίνει κατ 'ανάγκην μια προσωποποίηση της εξουσίας, γύρω από έναν χαρισματικό ηγέτη.
Μπορεί κάλλιστα να είναι οι κυβερνώντες που σε οριακες καταστάσεις, δρούν κατά τρόπο διασφαλίζοντα την υποστήριξη της πλειοψηφίας, χωρίς το απρόσωπο και μη χαρισματικό στοιχείο να τροποποιηθεί
Στο βαθμό που η προσπάθεια μας, είναι να αναδείξουμε τις συγκρούσεις της ορθολογικότητας και της νομιμοποίησης που καθίστανται αισθητές στο πεδίο του Διοικητικού Δικαίου πρέπει εντούτοις να επικεντρωθούμε στην αντίθεση μεταξύ «κανόνα» και «απόφασης» παρά στην αντίθεση «νομιμοποίηση» - «χαρισματικότητα»
Ως εκ τούτου, θα διαχωρίσουμε την κανονιστική νομιμοποίηση από την αποφασιστική νομιμοποίηση. Κάνοντας αυτό θα βρούμε αρχικά μιά κλασσική διχοτομία της σύγχρονης θεωρίας του Δικαίου.
Όλοι γνωρίζουν, στην πραγματικότητα, τη σκληρη αντιπαράθεση που ανεφάνη στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα μεταξύ του κανονιστικού (τυπικού) και του "αποφασισμού", μέσω των προσωπικοτήτων του Κέλσεν και του Καρλ Σμιθ. Αυτή η σύγκρουση έλαβε χώρα στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου.
Σύμφωνα με τον Κέλσεν ο ρόλος του θεματοφυλακα του Συντάγματος ανήκει σε Συνταγματικό Δικαστήριο, ενω αντιθέτως ο Σμίθ υποστήριξε πώς έπρεπε να ανατίθεται στον Αρχηγό του Κράτους.

Ενώ αυτό το θεωρητικό υπόβαθρο τροφοδοτεί τη σκέψη μας, εμείς πρέπει να ξεφύγουμε από αυτό το θεωρητικο και ιστορικό πλαίσιο, για την διευκρίνηση και σαφή διάκριση κατά κάποιο τρόπο, των δύο όρων της αντίθεσης, μεταξύ της κανονιστικής νομιμοποίησης και της αποφασιστικής νομιμοποίησης.

Έχουμε ήδη ορίσει τι εννοούμε με «κανονιστική νομιμοποίηση». Ο ορισμός αυτός δεν συνεπάγεται την υιοθέτηση μιάς κανονιστικής (Κελσεανικής) συλληψης του Δικαίου. Αντιθέτως την αποκλείει, υπό την έννοια πώς, η υιοθετημένη προοπτική θεωρείται κοινωνιολογική και επικεντρώνει την προσοχή της, στα θέμα της πολιτικής του δικαίου που ο Κέλσεν ό ίδιος, την «απορρίπτει» έξω από τον τομέα της επιστήμης του Δικαίου.
Από την άλλη πλευρά, ως "αποφασιστική νομιμοποίηση" εννοούμε κάθε τύπο νομιμοποίησης, που στηρίζεται αποκλειστικά στην αποφαση του Κυβερνητικού Κράτους από το απλό γεγονός και μόνον πώς μιά απόφαση ελήφθη.
Το γεγονός ότι η απόφαση αυτή πρέπει να επικυρωθεί από το Κοινοβούλιο συνήθως είναι δευτερευούσης σημασίας, δεδομένου ότι δεν είναι εκεί, που πραγματικά λαμβάνονται οι θεμελιώδεις αποφάσεις.
Και πάλι, μιλώντας για αποφασιστική νομιμοποίηση δεν σημαίνει μιά «αποφασιστική» σύλληψη του Δικαίου, όπως εισηγείται ο Σμίθ.

Η εξέταση της «ομαλής – κανονικής» κατάστασης είναι η «έννοια αναφοράς» για την επεξεργασία της προβληματικής της «οριακής καταστάσεως» άλλως των «εξαιρετικών περιστάσεων» υπό την μορφή μιάς ενδεχόμενης έντασης μεταξύ Δικαίου και Πολιτικής.

Από αυτή την άποψη, η ύστερη νομολογία φαίνεται να προσανατολίζεται, κάτω από την προσχηματική τήρηση συνταγματικών μορφών και των διαδικαστικών δικονομικών απαιτήσεων, στην αποδοχή της αποφασιστικής νομιμοποίησης στο χώρο του εμπραγματοποιημένου Δημοσίου Δικαίου και στην αποδοχή της λεγόμενης «κατάστασης Ανάγκης», όχι ως πολιτικής έννοιας, αλλά ως δικαϊκού υποβάθρου.

Παρατηρούμε πώς σε διάφορετικές χώρες σήμερα εμγανίζεται και προωθείται η ιδέα για λήψη εκτάκτων μέτρων, ως απόρροια μιάς «καταστάσεως ανάγκης».
Αλλου αυτά τα μέτρα αντλούν την ‘πολιτική τους νομιμοποίηση’ από την εμφάνιση της λεγόμενης «Τρομοκρατίας» και αλλού, από την εμφάνιση της λεγόμενης «Οικονομικής Κρίσης»
Εχουν όμως κοινό αιτιολογικό πλαίσιο και συγκεκριμένα αυτό της υπάρξεως «εκτάκτων περιστάσεων» που απαιτούν την ισχύ «εκτάκτου δικαίου» . Πέρα όμως από το προσχηματικό ή το συγκυριακό των λεγόμενων «εκτάκτων περιστάσεων», δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την προωθούμενη αναγκαιότητα ενός «Δικαίου εκτάκτων περιστάσεων» και στο χώρο του Δημοσίου Δικαίου, εαν δεν δεν το εξετάσουμε μέσα στο πλαίσιο της ριζικής μεταμόρφωσης του κρατικού μοντέλου, έτσι όπως το γνωρίζαμε μεχρι σήμερα, ενταγμένο στην διαδικασία εμφάνισης του νέου ολοκληρωτικού φαινομένου.
Παρίσταται ως λογική και επιστημολογική αναγκαιότητα, η εισαγωγική άρνηση της προβαλλόμενης αντίληψης πώς η «κατάσταση ανάγκης» η το «δίκαιο των εξαιρετικών περιστάσεων» αποτελεί μιά «ασπίδα προστασίας» της Δημοκρατίας.
Η Ιστορία πιστοποιεί πώς πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο. Η κατάσταση ανάγκης είναι ακριβώς το εργαλείο εκείνο μέσω του οποίου οι ολοκληρωτικές εξουσίες εγκαταστάθηκαν στην Ευρώπη. Ετσι τα χρόνια που προηγήθηκαν της αναλήψεως της εξουσίας από τον Χίτλερ, οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις της Βαϊμάρης προσέτρεχαν συχνά στην κατάταση ανάγκης (κατάσταση εξαιρετικών μέτρων) σε σημείο που μπορούμε να πούμε πώς η Γερμανία είχε ήδη πάψει να είναι Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, πολύ πρίν το 1933.
Ετσι η πρώτη πράξη του Χίτλερ, μετά την εκλογή του ήταν να διακηρύξει μιά κατάσταση έκτακτης ανάγκης η οποία όμως ποτέ δεν είχε ανακληθεί. Όταν εκπλησσόμεθα για τα εγκλήματα που έλαβαν χώρα ατιμώρητα, από τους Ναζί, ξεχνάμε πώς αυτές οι πράξεις ήταν τυπικά νόμιμες επειδή η χώρα υπόκειτο στη κατάσταση ανάγκης και οι πολιτικές ελευθερίες είχαν ανασταλεί.
Στην Ελλάδα συνέβη το ίδιο με την Μεταξική δικατορία η οπόια στηρίχθηκε σε αναστολή ισχύος συνταγματικών διατάξεων που οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν νομοθετήσει.

Αυτό το ίδιο το «σενάριο» το βλέπουμε να αναδημιουργείται σε πολλές χώρες της Ευρώπης όπω π.χ στη Γαλλία που η Κυβέρνηση των «Σοσιαλιστών» εξοικειώνει τους πολίτες σε μία κατάσταση ανάκης που προετοιμάζει την εξουσία της Ακροδεξιάς της Λεπέν.

Σε μιά χώρα που ζεί –κάτω από οποιονδήποτε μανδύα- σε μιά κατάσταση παρατεταμένης «αναγκης» και που οι αστυνομικές πράξεις, υποκαθιστούν τις δικαστικές αποφάσεις, πρέπει να περιμένουμε μιά ραγδαια και ανεπίστρεπτη επιδείνωση των πολιτικών θεσμών.
Οταν τώρα αυτή η «κατάσταση ανάγκης» εγγράφεται στο περιεχόμενο των Δικαστικών αποφάσεων (Διοικητικών Δικαστηρίων) τότε έχουμε δικανική δημιουργία των προϋποθέσεων για τη δημιουργία « «Κράτους Ασφάλειας», « Security State» σύμφωνα με την ορολογία των Αμερικανών πολιτειολόγω.
Η επίκληση των «εξαιρετικών περιστάσεων», ως νομιμοποιητικού λόγου της εξουσίας, εισήλθε για πρώτη φορά στον πολιτικό λόγο, στη Γαλλία με τους φυσιοκράτες κυβερνήτες πριν την επανάσταση, και τούτο όχι για να αποτρέψουν τις καταστροφές και την πείνα, αλλά να τους επιτρέψουν να συμβούν, για να μπορέσουν στη συνέχεια να τις διαχειριστούν και να τις προσανατολίσουν σε μιά κατεύθυνση που θεωρούσαν ως επικερδή (επωφελή).

Η λέξη «ασφάλεια» είτε ως έννοια αστυνομικού χαρακτήρα, είτε ως έννοια οικονομικού χαρακτήρα, εισήλθε στον σύγχρονο πολιτικό λόγο και από εκεί διείσδυσε στον δικανικό, υπό τον μανδύα του «Δημοσίου συμφέροντος»
Ομως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Φουκώ, η «κατάσταση ασφαλείας», άλλως «κατάσταση ανάγκης» κ.ο.κ, δεν είναι ούτε «κράτος δικαίου» ούτε «πειθαρχημένη κοινωνία» αλλά κάτι διαφορετικό, είναι «Δίκαιο Πειθαρχίας».
Το μοντέλο του Βρεταννού Thomas Hobbes, που τόσο πολύ επηρέασε την πολιτική μας φιλοσοφία, με το οποίο μεταφέρονται εξουσίες στον «κυρίαρχο», προϋποθέτει τον αμοιβαίο φόβο και τον πόλεμο όλων εναντίον όλων. Το παραδοσιακό κράτος είναι αυτό ακριβώς που έρχεται να βάλει τέλος στον φόβο.
Στο λεγόμενο «Κράτος Ασφάλειας» αυτό το σχήμα αντιστρέφεται. Το κράτος βασίζεται διαρκώς στο φόβο και πρέπει πάσει θυσία να τον διατηρήσει, αφού από αυτόν αντλεί την ουσιαστική του νομιμοποίηση.
Ομοίως, η προβαλλόμενη "ασφάλεια" σήμερα, δεν προορίζεται στην πρόληψη τρομοκρατικών ενεργειών, ή, στην αποφυγή της οικονομικής καταστροφής, αλλά σκοπεύει να δημιουργήσει μια νέα σχέση με τους πολίτες, η οποία να είναι αυτή ενός γενικευμένου και χωρίς όρια ελέγχου, εξ ού και και η ιδιαίτερη έμφαση στις συσκευές που επιτρέπουν τον έλεγχο του συνόλου των ψηφιακών και επικοινωνιακών σχέσεων των πολιτών, συμπεριλαμβανομένης και της ολοκληρωτικής ανάληψη του περιεχομένου των υπολογιστών, αλλά κυρίως –εν προκειμένω- την απόλυτη, καθημερινή και λεπτομερειακή εποπτεία των συναλλαγών των πολιτών.
Τον κύριο κίνδυνο που εντοπίζουμε, είναι η διολίσθηση στη δημιουργία μιάς συστημικής σχέσης μεταξύ «οικονομικής ανάγκης» και «ασφαλειας του κράτους».
Αν το κράτος χρειάζεται το φόβο για την νομιμοποίησή του, τότε πρέπει να παράγει έστω οριακά τον φόβο ή τουλάχιστον να μην εμποδίζει την δημιουργία του.
Ετσι βλέπουμε χώρες να ακολουθούν μιά εξωτερική πολιτική που τροφοδοτεί την τρομοκρατία που φέρονται πώς την αντιπαλεύουν στο «εσωτερικό» τους (π.χ. Γαλλία) ενω ταυτόχρονα διατηρούν σχέσεις και χρηματοδοτούν τρομοκρατικές οργανώσεις (π.χ Τουρκία) και χώρες που ακολουθούν μιά οικονομική πολιτική «εξαιρετικών περιστάσεων» την ίδια ώρα που συνομολογούν διεθνείς υποχρεώσεις δυσβάχτατες για τους πολίτες που είναι ποιητικό αίτιο αυτών των «εξαιρετικών περιστάσεων».

Μιά χώρα που ζεί σε μια παρατεταμμένη κατάσταση ανάγκης και εντός της οποίας υποκαθίσταται η αλλοιούται ο χαρακτήρας της Δικαστικής Αρχής, πρέπει να αναμένει μιά περαιτέρω ραγδαία και μη αναστρέψιμη επιδείνωση των δημόσιων θεσμών.
Παράλληλα η ανατροπή του συνολικού πολιτικού και νομικού «παραδείγματος», επιφέρει μιά αλλαγή του νομικού καθεστώτος των πολιτών, που υποτίθεται πώς στην συγκροτημένη σε νομική οντότητα έκφρασή του, ήταν ο τιτλούχος της εθνικής κυριαρχίας.

Στην κατάσταση των «εξαιρετικών περιστάσεων», βλέπουμε να προκύπτει μιά ανακύρωτη τάση, πρός αυτό που ονομάζεται προοδευτική αποπολιτικοποίηση των πολιτών, των οποίων η συμμετοχή στην πολιτική ζωή, συρρικνώνεται στις θεσμικές επιφάσεις.

Αυτη η τάση είναι η ίδια που είχε θεωρητικοποιηθεί απο τους νομικούς των Ναζί οι οποίοι όριζαν τον «Λαό», ως ένα κατ’εξοχήν απολίτικο και μη συγκροτημένο κοινωνικά στοιχείο, στο οποίο το κράτος πρέπει να εξασφαλίσει την προστασία και την ανάπτυξη. Ετσι σύμφωνα με αυτούς υπήρχε μόνον ένας τρόπος να «συγκροτηθεί» και να καταστεί «πολιτικό» αυτό το κατ’αρχήν «απολίτικο» στοιχείο. Αυτός ήταν μέσω της φυλετικής, αν όχι και κυτταρικής βάσης, που διαχωρίζει από τον ξένο και τον εχθρό.
Ισως έτσι ερμηνεύεται και η προσπάθεια κάποιων κύκλων για την ανάδειξη ως αποκλειστικού ενοποιητικού στοιχείου των πολιτών, του φυλετικού αν όχι και του κυτταρικού – γονιδιακού.
Από την απολιτικοποίηση και την παθητικοποίηση των πολιτών, που αντιμετωπίζονται ως ένα είδος «καταστροφέων», το Κράτος εξέρχεται από το γνωστό χώρο της πολιτικής, για να κατευθυνθεί σε μια αβέβαιη ζώνη όπου το «Δημόσιο» και το «Ιδιωτικό» συγχέονται και στην οποία αναδύεται ο «Ολοκληρωτισμός» ως τρόπος άρθρωσης των κοινωνιών.
Διατήρηση μιάς καταστάσεως γενικευμένου οικονομικού φόβου, αποπολιτικποίηση των πολιτών, αποκήρυξη κάθε βεβαιότητας Δικαίου ιδού οι τρείς χαρακτήρες του Κράτους ανασφάλειας
Αυτό το Κράτος κάνει το αντίθετο από αυτό που υπόσχεται, αφού ασφάλεια σημαίνει απουσία φροντίδας (sine cura) διατηρεί αφετέρου το φόβο και τον πανικό. Ενώ το κράτος ασφάλειας είναι ένα Αστυνομικό Κράτος, το Κράτος Ανασφάλειας είναι ένα κρατος όπου απουσιάζει η Δικαιοσύνη ακόμα και ... μέσω των Δικαστηρίων......


Ο Πάρις Κουκουλόπουλος, με το άρθρο του: “Τα καλύτερα είναι μπροστά μας”, αναφέρεται σε όλα και σε όλους – Τι λέει για τη μη εκλογή του, τις συκοφαντίες που υπέστη, αλλά και γι’ αυτούς που τον πίστεψαν.


Με τη φλόγα της πολιτικής μέσα μου από τα εφηβικά μου χρόνια- μαθητής στη δικτατορία- άκουσα και διάβασα πολλά.

Εραστής του λόγου, γραπτού και προφορικού, δίνω πάντα αξία σε ό,τι ακούω και διαβάζω. Μεγάλο χάρισμα να βρίσκεις τις κατάλληλες λέξεις και να τις βάζεις στη σωστή σειρά.

Τίποτα δεν με επηρέασε τόσο πολύ στην πολιτική μου διαδρομή όσο ο ορισμός- προτροπή του Αντόνιο Γκράμσι για τους μαχητές (Διανοούμενοι- εκδόσεις ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ): «… Οι μαχητές δεν μπορούν και δεν πρέπει ποτέ να ελεεινολογούν τη μοίρα τους, επειδή πάλεψαν όχι γιατί τους εξανάγκασε κανείς αλλά γιατί το θέλησαν οι ίδιοι συνειδητά». Για μένα αυτό υπήρξε και παραμένει στάση ζωής.

Αυτή είναι και σήμερα η απάντηση μου σε όλους τους καλούς φίλους που αναφερόμενοι στη μη εκλογή μου κάνουν λόγο περί αχαριστίας.

Η τηλεθέρμανση, το πανεπιστήμιο, η ΔΙΑΔΥΜΑ, οι υποδομές στην πόλη και τα χωριά, οι δράσεις στον πολιτισμό και οι πρωτοβουλίες κοινωνικής συνοχής δεν ήταν χάρες, ούτε προσπάθεια δημιουργίας οπαδών.

Οι πόλεις και τα χωριά κατοικούνται από πολίτες, όχι οπαδούς ή αντιπάλους, και η δίκαιη απαίτηση όλων για τη διαρκή βελτίωση της ζωής τους είναι η αποστολή του πολιτικού. Για την ακρίβεια, ο αγώνας για καλύτερη ζωή είναι η λυδία λίθος, η πεμπτουσία της πολιτικής όπως την αντιλαμβάνομαι.

Δε μου χρώσταγε, λοιπόν, και δε μου χρωστάει κανείς.

Ζήτησα από τους πολίτες την εκλογή μου με τις θέσεις του πολιτικού μου φορέα, του οποίου είναι ιδρυτικό μέλος και στέλεχος, και με μια ολοκληρωμένη, όπως πιστεύω, πρόταση για το σήμερα και το αύριο του τόπου μας και κυρίως των παιδιών μας.

Μια πρόταση συγκεκριμένη και στέρεη που οικοδομήθηκε με πολύ κόπο και αγώνα μέσα στο καμίνι της κρίσης, την πυκνή ομίχλη των ψευδαισθήσεων και το έρεβος του διχασμού.

Η πρόταση μου είχε παρουσιαστεί και στις εκλογές του Γενάρη αλλά το πολιτικό περιβάλλον της χώρας και συνακόλουθα της περιοχής δεν ήταν ευεπήφορο για τέτοιες προσεγγίσεις. Όλοι προσδοκούσαν τον άλλο δρόμο, τη μαγική λύση.

Η τραγική κατάληξη των ψευδαισθήσεων όπως αποτυπώνεται στο 3ο Μνημόνιο άλλαξε ριζικά τις συνθήκες και τούτη τη φορά η πρόταση ακούστηκε, συζητήθηκε, σχολιάστηκε από πολλούς, πάρα πολλούς.

Το αποτέλεσμα δείχνει ανάγλυφα ότι οι περισσότεροι δεν πείσθηκαν και δεν αναφέρομαι στις ελάχιστες εκατοντάδες που θα έδιναν την έδρα στο Νομό.

Η συντριπτική πλειοψηφία, το 92% των εκλογέων, γύρισε την πλάτη σε μια ελπιδοφόρα προοπτική είτε γιατί δεν πείσθηκε, είτε γιατί τη θεώρησε αυτονόητη, ή πάλι γιατί δεν την αξιολόγησε ως εφικτή.

Ηττήθηκα δεύτερη φορά μέσα σε 9 μήνες και ξέρω καλά πώς, γιατί και από ποιους.

Δεν ηττήθηκαν οι ιδέες μου γιατί όπως αγαπώ να λέω «οι ιδέες μου δεν έχουν ρυτίδες». Τουναντίον, μέσα στο 9μηνο κυοφορήθηκε το νέο για τον τόπο δεδομένου ότι οι ιδέες και οι προτάσεις μου υιοθετήθηκαν από πολλούς και έγιναν κτήμα πολύ περισσότερων.

Δεν ακούστηκε εξ άλλου και κάποιος αντίλογος στην πρόταση μου, παρά μόνο αποσπασματικές σκέψεις που μοιάζουν ασπιρίνη σε βαριά ασθενή.

Δεν ηττήθηκα στο πεδίο της πολιτικής γιατί πολύ απλά η πολιτική δεν είναι επάγγελμα, ούτε οι θέσεις και τα αξιώματα τα ένσημα της.

Η πολιτική είναι λόγος και ιδέες, δράση και αγώνας, διάλογος και αντιπαράθεση και γι΄ αυτό έχει νόημα μόνο αν εμφορείσαι και αυτή η ιδιότητα είναι χαραγμένη βαθιά στο DNA μου.

Είναι και το ίδιο το αποτέλεσμα που κατατάσσει το Νομό μας στις καλύτερες εκλογικές περιφέρειες του ΠΑΣΟΚ και εξ ορισμού είναι νίκη.

Μάλιστα στις 4 τελευταίες βουλευτικές εκλογές που για το ΠΑΣΟΚ είχαν υπαρξιακό χαρακτήρα ο Νομός Κοζάνης ξεπέρασε κατά πολύ το πανελλαδικό ποσοστό σπάζοντας μια παράδοση από το 1974 μέχρι το 2009 όπου σταθερά υπολειπόταν και λίγες φορές το ξεπερνούσε ελάχιστα.

Με αυτά τα δεδομένα, το εξαιρετικό ψηφοδέλτιο μας και τη συστηματική δουλειά της Νομαρχιακής Επιτροπής εκλογικού αγώνα, οι προσδοκίες μας ήταν σαφώς υψηλότερες από το τελικό αποτέλεσμα. Δεν το καταφέραμε γιατί ένα στερεότυπο αποδείχτηκε πιο ισχυρό από μας.

Μια καλοστημένη σκευωρία πολιτικής εξόντωσης, με συνεργούς τοπικά κάποιους που γνωρίζουν άριστα τους νόμους της ομερτά, στήθηκε σε βάρος μου αφ΄ ότου εκλέχτηκα βουλευτής.

Η μέθοδος καθαρά σταλινική στόχευσε στην κατασυκοφάντηση και στην ηθική μου απαξίωση.

Έψαξαν 4 φορές, εν αγνοία μου, την περιουσιακή μου κατάσταση και όπως ήταν φυσικό η αλήθεια τους απογοήτευσε.

Τότε ξεκίνησαν τη συκοφαντία με ψεύδη και ψιθύρους, μέθοδο αντάξια της πολιτικής αλητείας που τους χαρακτηρίζει διαχρονικά.

Μανχάταν, Ρόδος, συμπέθερος, 3 συντάξεις, ήταν οι λέξεις κλειδιά που ποτέ κανείς δεν εκστόμισε δημόσια και επώνυμα, αλλά παρόλα αυτά όλοι τις ήξεραν και οι περισσότεροι μέσα στη δίνη των μνημονίων τις πίστεψαν.

Όλα είναι απόλυτα ψεύδη, πλην όμως δημιούργησαν ένα τεράστιο χάσμα στην αυθεντική σχέση μου με την τοπική κοινωνία.

Αυτό το στερεότυπο δεν μπόρεσα να νικήσω παρότι το πάλεψα σκληρά.

Αν και γνώριζα πρόσωπα και πράγματα που σχετίζονται με το σχέδιο κατασυκοφάντησης μου επέλεξα να κάνω αυτό που πιστεύω και ξέρω καλά. Να το υπερβώ πολιτικά.

Στράφηκα στην πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα, την πόλη που γνωρίζει τον τρόπο ζωής μου, τις συνήθειες μου και, κυρίως, το γεγονός ότι δεν αλλοτριώθηκα από την εξουσία.

Την πόλη που υπηρέτησα με πάθος και αυταπάρνηση επί 19 χρόνια και την έκανα γνωστή σ΄ όλη την Ελλάδα και όχι μόνο.

Κοίταξα στα μάτια τον εμπορικό της κόσμο που είναι η ραχοκοκαλιά της, τους ανθρώπους στις γειτονιές που είναι ο σκληρός της πυρήνας, τους συνεργάτες και στυλοβάτες του έργου μας στο Δήμο.

Δε μίλησα σε κανέναν για το παρελθόν παρά μόνο για την πίστη μου σ΄ ένα καλύτερο μέλλον.

Ζήτησα από την πόλη να με προστατεύσει, όπως η ασπίδα στη μάχη τον πολεμιστή, γιατί γνωρίζει πολύ καλά ποιος είμαι και έχει πολλές αποδείξεις για το χαλκευμένο της συκοφαντίας.

Η πόλη απάντησε καθαρά και όπως είχε πει ο Ανδρέας «το πήρα το μήνυμα».

Στα χαλκεία της συκοφαντίας έχω να πω ότι πύρρειος θα αποδειχθεί η νίκη τους γιατί οι πράξεις τους ανήκουν σε μια αλληλουχία με γνωστό τέλος.

Ύβρις- Άτη- Νέμεσις- Τίσις.

Με αυτούς που με πολέμησαν λυσσαλέα κραυγάζοντας ως κύμβαλα αλαλάζοντα όταν εξασφάλιζα τη χρηματοδότηση της επένδυσης «Άγιος VI» με ΝΟΜΟ του ΚΡΑΤΟΥΣ και έκαναν τους… Σουηδούς όταν πρόσφατα ο Πρόεδρος της ΔΕΗ μας είπε περίπου να την ξεχάσουμε, δεν θα ασχοληθώ. Η θλιβερή ασημαντότητα τους αξίζει μόνο περιφρόνηση.

Όσο για κάποιους άλλους που ήταν κριτικά απέναντι και νόμιζαν ότι με αναρτήσεις βράδυ Παρασκευής πριν τις εκλογές σε όλες τις αναμετρήσεις 2014-15 υπηρετούν το νέο, καιρός είναι να καταλάβουν ότι πριονίζουν το κλαδί τους.

Το νέο ήρθε στον τόπο μας και μάλιστα εντυπωσιακά σε όλους τους θεσμούς, αλλά το νέο δεν είναι αυτοί, είναι κάποιοι άλλοι.

Δεν τους κακίζω, ούτε κρατάω κάτι γιατί τιμώ την ορμή της νιότης και την καταλαβαίνω και κυρίως γιατί εκτιμώ τις αντιλήψεις τους.

Οι ιδέες γεννούν το νέο μόνο όταν δοκιμάζονται στους αγώνες και κρίνονται από τους πολίτες. Διαφορετικά έχουμε εναλλαγή παλιών προσώπων με άλλα που είναι καινούργια αλλά αυτό δε συνιστά και ανανέωση εξ ορισμού.

Ο τόπος έχει ήδη πλήθος παραδειγμάτων και αυτοί στους οποίους αναφέρομαι έχουν τις πνευματικές ικανότητες να το αξιολογήσουν.

Δεν μπορεί, θα σμίξουν οι δρόμοι μας όπως έγινε και με χιλιάδες άλλους πολίτες που συναντηθήκαμε από το Γενάρη ίσαμε το Σεπτέμβρη.

Όλες και όλους που στήριξαν τον αγώνα μας και εμένα προσωπικά τους ευχαριστώ εκ βαθέων, όπως ευχαριστώ και όλους όσοι μπήκαν στον κόπο να ακούσουν και να διαβάσουν τι έλεγα, τι λέγαμε.

Ιδιαίτερα θέλω να ευχαριστήσω όσους έκαναν μικρές και μεγάλες υπερβάσεις επιλέγοντας το ψηφοδέλτιο μας με αξιολογικό κριτήριο.

Δεν έχω λόγια να εκφράσω τα συναισθήματα μου για κάποιους ανθρώπους γιατί θα είμαι άδικος και με αυτούς και με ό,τι νιώθω.

Δεν αναφέρομαι στη γυναίκα μου και την οικογένεια μου που στέκονται δίπλα μου 25 χρόνια τώρα, κερί αναμμένο.

Ούτε στο καμάρι μου το Δημήτρη που οι αχρείοι έβαλαν στο στόμα τους. Πετάει τόσο ψηλά με την αξία του που τα δηλητηριώδη βέλη τους δεν τον αγγίζουν.

Δεν αναφέρομαι στους ξεχωριστούς μου φίλους και τους υπέροχους συγγενείς μου που με περιβάλλουν με περισσή αγάπη, απ΄ όπου αντλώ δύναμη.

Ούτε στους άξιους συνεργάτες μου που με επικεφαλής τη μοναδική Φένη ταυτίστηκαν με τους αγώνες μου.

Αναφέρομαι σε όλους εκείνους που πίστεψαν σε μένα από την πρώτη στιγμή και στάθηκαν δίπλα μου στις 10 μεγάλες μάχες για το Δήμο και τη Βουλή.

Εμφανίζονταν σε κάθε μάχη και μετά χάνονταν σαν την καλή νεράϊδα, σαν την οπτασία.

Ποτέ δε ζήτησαν κάτι παρά μόνο πίστεψαν σε μένα. Τους χρωστώ κάτι ζευγάρια παπούτσια για τα χιλιόμετρα που έκαναν σε όλες τις μάχες ανιδιοτελώς.

Όλοι αυτοί γνωρίζουν λίγο περισσότερο από τους άλλους το χαρακτήρα μου και ξέρουν καλά ότι θα εξακολουθήσω να μάχομαι για τις ιδέες μου και να αγωνίζομαι ως πολιτικός και στέλεχος του ΠΑΣΟΚ για την πατρίδα, για τον τόπο, για την παράταξη.

Ο χαρακτήρας είναι η μοίρα μας κι εγώ έτσι είμαι φτιαγμένος.

Εξ άλλου χρωστώ

Στην πατρίδα που με μόρφωσε

Στον τόπο που με τίμησε

Στην παράταξη που με ενέπνευσε.

Τα καλύτερα είναι μπροστά μας.


40 λόγοι για τους οποίους δεν στηρίζω "Εβάγκελος" Βενιζέλος.

  1. Χαρακτηρίζεται από ανυπόμονη βιασύνη και έντονη παρορμητικότητα. Χαρακτηριστικά που λειτουργούν εις βάρος του και δεν αρμόζουν σε Πρωθυπουργό. Μοιάζει με κοράκι που θέλει να κατασπαράξει την αρχηγία. Το σύστημα στο πλευρό του έχει ήδη αποφασίσει υπέρ αυτού. Αποδείχτηκαν όμως τόσο ανυπόμονοι, που δεν περίμεναν ούτε καν την επόμενη ή μεθεπόμενη μέρα. Ανταποκρίθηκαν άμεσα. Με δηλώσεις ηγετικές. Με στηρίξεις πολιτικές. Με δημοσκοπήσεις πλασματικές.
  2. είναι φανερές οι σχέσεις του με τα μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα – νταβατζήδες. . Οι εφημερίδες ανοιχτά στηρίζουν Μπένι. Η μονοσήμαντη ερμηνεία της εκλογικής ήττας εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα που οδηγεί το Πασόκ στον εκλεκτό του εκδοτικού κατεστημένου και της οικονομικής ολιγαρχίας. Γι’ αυτό και η προκλητική απαίτηση «Πρόεδρε παραιτήσου»!
  3. πολλά χρόνια τώρα δεν κρύβει τη φιλοδοξία του να γίνει Πρωθυπουργός. Αποφεύγει όμως επιμελώς να τοποθετηθεί επί βασικών θεμάτων. Έχετε καταλάβει εδώ και 18 χρόνια που τον ξέρουμε, σε ποιόν (ιδεολογικό) θεό πιστεύει; Εγώ όχι.
  4. δε σέβεται εσωκομματικές διαδικασίες, τις ξεχειλώνει στα μέτρα του (που δεν είναι και αμελητέα).
  5. συνήθως ο αναλυτικός του λόγος ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του παρλαπιπισμού. Δεν μπορεί να κλείσει το στόμα του και συχνά ο ακροατής δεν διακρίνει τι ακριβώς προσπαθεί να υπερασπιστεί.
  6. το ύφος του είναι διαρκώς οργισμένο και επιθετικό με τσιτωμένα και γυαλισμένα μάτια. Κάτι του έχουν κάμει και ξεσπά στα μικρόφωνα. Ο περίφημος λόγος του επίσης δεν διαθέτει αμεσότητα αλλά υπερβολή και πλεονασμό. Για να πει πέντε πράγματα χρειάζεται 10 σελίδες αντί για μισή! Ο ίδιος υποστηρίζει ότι "ψάχνει να βρει απαντήσεις στις προκλήσεις". Ας βρει πρώτα λύση στο ιδιαίτερα προκλητικό πρόβλημα του εαυτού του. [ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ - Απάντηση στις προκλήσεις]
  7. χαρακτηριστικά του γνωρίσματα είναι η ανεξέλεγκτη οίηση, η αυτοκρατορική εγωπάθεια, ο ναρκισσισμός, η έπαρση, ο βερμπαλισμός, η υποκριτική διγλωσσία, ο οπορτουνισμός, ο κυνισμός και η απύθμενη αλαζονεία…..όλα αυτά συνοψίζονται στο Εβάγκελος που απαιτεί ως προσφώνηση.
  8. η δήλωση περί ¨αυριανού ηγέτη¨ εκτός από καταγέλαστη είναι ανακριβής και ανιστόρητη γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν θα εκλέξει ηγέτη αλλά πρόεδρο. Κάποιος πρέπει να του πει ότι ο τελευταίος και μοναδικός ηγέτης του ΠΑΣΟΚ απεβίωσε το 1996.
  9. κυρίαρχο στοιχείο του λόγου του, ο λαϊκισμός. Ακόμα και τη νύχτα των εκλογών, αντί να κοιτάξει τα αίτια της ήττας έψαχνε μικρόφωνα να «δηλώσει την παρουσία του», επιρρίπτοντας με λογική ποδοσφαίρου «φταίει πάντα ο διαιτητής», την ήττα, αποκλειστικά στο πρόσωπο του Παπανδρέου. Η αναζήτηση του ηγετικού προσώπου έπεται της αυτοκριτικής, δεν προηγείται. Η απλά και μόνο προσωποποίηση της ήττας και η αντικατάσταση ενός αρχηγού, χωρίς αναζήτηση των πραγματικών ιδεολογικών και ιστορικών αιτιών της ήττας, ενισχύουν τα λογικά επιχειρήματα για προσπάθεια χειραγώγησης των εξελίξεων στο Πασόκ.
  10. είναι αυτοσκοπός του, η εξουσία γι’ αυτό και συμμαχεί με τους καναλάρχες που ανέλαβαν εργολαβικά την επανάληψη της χειραγώγησης του Πασόκ, όπως και το 1996. Οι μεγαλοεκδότες όμως δεν κατάλαβαν ότι με την αυτοδυναμία Καραμανλή ηττήθηκε και η στρατηγική τους.
  11. γλύφει τους βολεμένους, διεφθαρμένους και διορισμένους του συστήματος Σημίτη και τον γλύφουν τα παπαγαλάκια που λιβάνιζαν τη Σημιτική λαίλαπα.
  12. θεωρείται φερέφωνο των Βόρειων νταβατζήδων άρα ικανός να εκπροσωπήσει επάξια και τα αθηνοκεντρικά. Τα Βόρεια μεγαλοσυμφέροντα ήταν το φροντιστήριο που το πέρασε με άριστα.
  13. το πολύ το «Μπένι Ελέησον» το βαριέται κι ο παπάς. 
  14. οι εμφανίσεις ισχύος στις οποίες επιδίδεται αρκετά χρόνια τώρα ακόμη κι αν τελικά τον φέρουν στην καρέκλα του προέδρου του Πασόκ, σίγουρα τον απομακρύνουν από την καρέκλα του πρωθυπουργού.
  15. θυμίζει τη μικρή Λουλού που χτίζει τη παγίδα της σιγά, απαλά και επιτηδευμένα, χωρίς να δείχνει την παραμικρή επιθετικότητα, όπου ο αντίπαλος έπεφτε μέσα θορυβΟδώς -σα βόδι- 
    Ποιος θυμάται τη Μικρή Λουλού;
  16. απειλεί χωρίς ενδοιασμούς όποιον διαφωνεί με τις τοποθετήσεις του και τις απόψεις του. Όταν λέει στο Τζουμάκα : «θα εξαφανίσω κάτι τύπους σαν και σένα» τι ακριβώς εννοεί; Μήπως αυτό αποτελεί δείγμα «πολιτισμένου τραμπουκισμού» που κύριος εκφραστής του είναι σήμερα ο Εβάγκελος; Παράλληλα ο μιντιακός υποστηρικτικός του μηχανισμός εκβιάζει ότι "θα εξαφανίσει" όσους δεν στηρίζουν τον "ήδη εκλεγμένο" εκλεκτό τους! Ωραίος κόσμος..."Εβαγκελικά" πλασμένος!
  17. είναι κατάλληλος για να εκφράσει, ως εγκάθετος, τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας και του παρασιτικού κεφαλαίου μέσα στο ΠΑΣΟΚ. 
  18. Τα κανάλια προβάλλουν την καταλληλότητα και τη ρητορική δεινότητα του Εβάγκελος υποστηρίζοντας, με απλουστευμένο τρόπο, ότι έτσι θα νικηθεί ο Καραμανλής. 
  19. ως υπουργός, διακρίθηκε, όχι βέβαια, για το μεταρρυθμιστικό του έργο, αλλά ως προκλητικός παλαιοκομματικός ρουσφετολόγος για την εκλογική του περιφέρεια, και αυτό είναι γνωστό σε όλη την κοινωνική βάση του ΠΑΣΟΚ . Διακρίθηκε ως εκπρόσωπος του καθεστωτικού και κρατικοδίκαιου Σημιτικού ΠΑΣΟΚ Με αυτή την εικόνα και το μηδαμινό μεταρρυθμιστικό και κοινωνικό έργο, θέλει να καταλάβει την κομματική αρχηγία…
  20. υπονόμευε μαζί με το εκδοτικό κατεστημένο και τα κρατικοδίαιτα προνομιούχα στελέχη του κόμματος, όλες τις επιλογές και τα σχέδια του Παπανδρέου, από την αρχή της θητείας του, αναγκάζοντάς τον σε διαρκείς υποχωρήσεις και παγιδεύοντάς τον σε μια στείρα αντιπολίτευση, χωρίς ιδεολογικά χαρακτηριστικά, που δεν ήταν στα πλαίσια της προσωπικής - ιδεολογικής του κουλτούρας. Κι αυτό αποδείχθηκε λάθος γιατί κάλυψε τελικά τους πραγματικούς υπαίτιους της ήττας που τώρα, με το δίκιο τους ζητάνε τα ρέστα. Ταυτίζεται με τη διαφθορά, τη διαπλοκή και με τα στελέχη του χώρου, που διαχειρίσθηκαν την εξουσία ως διαπλεκόμενοι. Ταυτίζεται με το διαχρονικό πολιτικό «νταβατζιλίκι» που καταδυναστεύει το Πασόκ.
  21. είναι στη συμπεριφορά του ανερούβαλος (καμμιά σχέση με το παιδοβούβαλος). 
  22. βγάζει παντού την «αλαζονείας της εξουσίας» για την οποία καταψηφίστηκε και το 2004 και το 2007 το ΠΑΣΟΚ.
  23. θυμίζει σε πληθωρικότητα τον Έβερτ. Προόδευσε και από μπουλντό-ζας έγινε μπουλντό-γκ!
  24. το παίζει ‘μάγκας, λέγε με Εβάγκελος’ ενώ ήταν μια ζωή αριβίστας και πομπώδης …
  25. όταν λέει : «Εγώ ως μελλοντικός ηγέτης όλης της παράταξης συγχωρώ τους ταλαίπωρους ανθρώπους» τι ακριβώς αναδεικνύει; Τον υβριστικό του χαρακτήρα, την ανειλικρίνειά του, την αντιαισθητική του, την αλαζονεία του, τα απωθημένα «Λουδοβίκου» που έχει ή την πλήρη απαξίωσή του προς τις διαδικασίες του κόμματός του;
  26. «συγχωρώ τους επαγγελματίες»…..σιγά ρε Θεέ, κόψε κάτι!
  27. θεωρεί το γνωστό τρελό, «σεσημασμένο» ταραξία Ρέλλο καθοδηγούμενο, προσπαθώντας εμφανώς να εμπλέξει τον αντίπαλό του σε τραμπουκισμό. 
  28. ο σοβαρότερος αντίπαλος του Εβαγκέλα είναι ο ίδιος ο εαυτός του. Πάσχει από έντονη υπερεκτίμηση του εαυτού του.
  29. Δεν «ανατρέπει» τίποτα, ούτε δημιουργεί «συμβολισμούς». Το μόνο που ζητά είναι η νεκρανάσταση ενός παλιοκομματικού ζόμπι μηχανισμού, του Σημιτικού, ο οποίος καταδικάστηκε και το 2004 και το 2007. Το Σημιτικό πασόκ θέλει να σηκώσει κεφάλι και θέλει ξαφνικά να μας πείσει ότι διέβη την κολυμβήθρα του Σιλωάμ άρα αθωώθηκε από οποιαδήποτε αμαρτήματα. έχει και κόμπλεξ και μεγάλα πάθη που εστιάζονται στη μανία για εξουσία. Αυτή η μανία προσελκύει δίπλα του και όλους τους διψασμένους για εξουσία και χρήμα...."λέγε με Εβάγκελος γιατί μου προσδίδει μεγαλύτερο κύρος":σιγά ρε Κύρος!.
  30. είναι καριερίστας της επιστήμης και της πολιτικής. Τα αδιαμφισβήτητα προσόντα του είναι η εντυπωσιακή του επάρκεια στην τέχνη του λόγου και η συγκυριακή του συνεύρεση με τον αείμνηστο Παπανδρέου....
  31. Είναι άνανδρος όταν επιρρίπτει την προδιαγεγραμμένη ήττα των εκλογών του 2007 αποκλειστικά στον Παπανδρέου όταν ο Παπανδρέου ανέλαβε ένα ΠΑΣΟΚ, χαμένο από χέρι που είναι δείγμα πολιτικού ανδρισμού. Εδώ κρίνεται η ηθική και η αξιοπρέπεια των δύο υποψηφίων. 
  32. χρησιμοποιεί τον ίδιο μηχανισμό που χρησιμοποίησε ο Σημίτης για να επιβληθεί στο Πασόκ : " αφού ο Σημίτης είναι αρεστός στα ΜΜΕ και έχει αναφορές στο δεξιό χώρο άρα κι εμείς έχουμε περισσότερες πιθανότητες να έχουμε ρόλο στη νομή της εξουσίας". Άρα το ιδεολογικό πρόβλημα του Πασόκ παραμένει και επαυξάνεται με τον Εβάγκελος.
  33. αγανακτώ όταν βλέπω ποιοι σηκώνουν το "λάβαρο της επανάστασης του κ. Βενιζελου"……όλοι αυτοί που όλοι μας σιχαθήκαμε. Όλοι οι ορατοί και αόρατοι δεσμοί με το βρώμικο παρελθόν. Όλοι αυτοί που πιστεύουν ότι τις εκλογές τις κερδίζει το Πασόκ με μια βελτιωμένη έκδοση Καραμανλή ή ένα αντι-Καραμανλή. Κάνουν λάθος γιατί υπάρχει ο original και πιο πέρα η Ντόρα. 
  34. αναπαράγει τη γνωστή αντιδεξιά ρητορική της δεκαετίας του ’50 ανοιγοκλείνοντας με πάθος και πείσμα το στόμα του, θυμίζοντας πολιτικές θεούσες εν έτει 2007! 
  35. οι πανεπιστημιακοί καθηγητές που έτρεξαν ολονυχτίς, τη νύχτα των εκλογών, να μαζεύουν υπογραφές υποστήριξης του Εβάνγκελος έχουν ένα κοινό παρανομαστή. Είναι αρθρογράφοι (πολύ συχνά) της εφημερίδας, που ζήτησε την παραίτηση Παπανδρέου. 
  36. το timing των δηλώσεων Εβάγκελος, την ημέρα των εκλογών είναι ενδεικτικό ανεπαρκούς συναισθηματικής νοημοσύνης και αμοραλισμού. Είναι ένας από τους λόγους που ο Βενιζέλος αν και είναι ικανός πολιτικός δεν πρόκειται ποτέ να γίνει αγαπητός.
  37. ποιοι έσπευσαν να υποστηρίξουν άμεσα τον Εβαγκέλης; τα φαντάσματα του παρελθόντος : ο "φούσκας" Νεονάκης, ο πολιτικά νεκραναστημένος Σουμάκης, ο "καρικατούρα μάνατζερ" Βερελής, ο αποτυχημένος στις εκλογές Χριστοδουλάκης, ο οπορτουνιστής Μπίστης, ο Πρωτοπαπά(ρα)ς και οι Τσουκατοπανταγιάδες που ετοιμάζονται για θριαμβευτικό come-back .
  38. κάποιος πρέπει να υπενθυμίσει στον Εβάγκελος ότι είναι άλλο πράγμα η ρητορεία (= η τέχνη της παραπλάνησης δια των λόγων) και άλλο η ρητορική (= η τέχνη της πειθούς δια του λόγου).
  39. ο Εβαγκέλης είναι μια φούσκα που πρέπει να ξεφουσκώσει ή να σκάσει
  40. το "βουλευτικό ασυμβίβαστο" που εισήγαγε, έδιωξε τους πετυχημένους επαγγελματίες από τη Βουλή και τη γέμισε με "ανεπάγγελτους" πολιτικούς δέσμιους της καναλαρχίας, από τους οποίους εξαρτάται πλέον η επιβίωσή τους (όποια πέτρα κι αν σηκώσεις κοντά στον Εβαγκέλης, περιέργως νταβατζήδες θα βρεις). Ο Εβάνγκελος στεγανοποίησε το σύστημα-Πασόκ για να μην προκύψει καμιά υποψηφιότητα στη μάχη διαδοχής, από κάποιον καταξιωμένο επαγγελματία. Μοναδικός του αντίπαλος ήταν και είναι ο Γ. Παπανδρέου τον οποίον και θα έκαιγαν, παραδίδοντάς του "το περίφημο δαχτυλίδι" το 2004 με σκοπό να "τον κάψουν". 

Οι ανώνυμες δημοσιογραφικές παράγκες της διαπλεκόμενης μπλογκόσφαιρας.

Η εμφάνιση των δελτίων ειδήσεων στα ιδιωτικά κανάλια,έτρεψε σε άτακτη υποχώρηση τις εφημερίδες και κυρίως τις ημερήσιες. Οι κυριακάτικες σώζονται ακόμα με τις προσφορές. Εμφανίστηκαν τα ειδησεογραφικά υποπροϊόντα των τηλεοπτικών δελτίων:συκοφαντική δυσφήμιση, ασυδοσία έκφρασης, καταγγελτικά σχόλια, προσωπική στοχοποίηση των τηλεοπτικών «θυμάτων», σκανδαλολαγνεία, παραπληροφόρηση, στημένα ψέματα, παρακολουθήσεις, κρυφές κάμερες και άλλα. Εκμεταλλευόμενοι τα νομικά κενά στη χώρα μας, οι «αυθεντίες» των διαπλεκομένων καναλιών εξυπηρέτησαν μέχρι αηδίας πολυπλόκαμα και λαίμαργα οικονομικά συμφέροντα.

Ήταν θέμα χρόνου η «αποκαλυπτική» και «καταγγελτική»δημοσιογραφία να βρει τη θέση της στο internet και στα διάφορα διαδυκτιακά στέκια ανταλλαγής και έκθεσης απόψεων. Η δημοσιογραφική παρουσία όμως στην μπλογκόσφαιρα κρύφτηκε στην δήθεν ελευθερία του λόγου που εξασφαλίζει η ανωνυμία στο παγκόσμιο δίχτυ. Ήταν λογικό, ο εκφυλισμός και η διαστροφή της ανωνυμίας να θεωρηθεί εκκολαπτήριο κατ’ επάγγελμα συκοφαντών και ακόμα χειρότερα εκβιαστών. Οι μηχανισμοί εξουσίας και παραεξουσίας μπήκαν στο κόλπο και εκμεταλλεύτηκαν τις νέες δυνατότητες πολιτικής παρέμβασης. Δεν είναι καθόλου εξωφρενικό να διαβάζεις ότι υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ επιχείρησε πολιτικό εκβιασμό μέσω blog. Τα blogπαρουσιάζουν μια άνθηση, γεγονός που δεν αφήνει αδιάφορους τους πολιτικούς ανταγωνισμούς. Το μεγάλο κόλπο είναι να σχολιάζεις μόνος σου, δικά σου post, καθυβρίζοντας, συκοφαντώντας και παραβιάζοντας προσωπικά δεδομένα εχθρών σου, αντιπάλων σου ή ανταγωνιστών σου. Άντε να βρει μετά ο Σφακιανάκης ότι μόνος σου καταγγέλλεις και γράφεις κανονικότατα τον «φίλο» σου. Επιτέλους φαίνεται ότι ανακαλύφθηκε η μέθοδος ατιμωρησίας του υβριστή και του συκοφάντη. Και αυτός ο τρόπος λέγεται ανώνυμος σχολιασμός. Σκεφτείτε αυτοί οι ανώνυμοι σχολιαστές να είναι τελικά έμμισθα γιουσουφάκια του κάθε μεγαλοεκβιαστή. Σκεφτείτε οι ανωνυμογράφοι να εκτελούν συμβόλαια και διατεταγμένες υπηρεσίες!

Μέσα στις εφημερίδες και στα κανάλια, τρέχουν συνεχώς off the record πληροφορίες ή προσωπικά δεδομένα που δεν μπορούν να τυπωθούν ή λεχθούν. Η «εξασφαλισμένη» ανωνυμία στο internet απελευθέρωσε τους «καταπιεσμένους» δημοσιογράφους και τα που βρήκαν πρόσφορο βήμα σε υποτίθεται «ενημερωτικά» blogs. Κάθε εποχή ζει την επανάστασή της. Η σύγχρονη εποχή φέρνει την επανάσταση της συκοφαντίας, χωρίς όρια και όρους,. Στο κοντινό μέλλον θα δούμε, ονόματα και απλών πολιτών να διατρέχουν αβασάνιστα τα ενημερωτικά blogs, να σπιλώνουν καθημερινούς ανθρώπους και να καταστρέφουν υπολήψεις και απλές ζωές, επειδή κάποιος δεν γουστάρει τη φάτσα του γείτονα ή τις ιδέες του καφετζή. 

Μια τεράστια και απωθημένη πορνογραφία η μπολγκόσφαιρά μας και όλα τα συναφή εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης, αν δεν μπουν φραγμοί αυτορρύθμισης και αυτοελέγχου. Τα κανονικά και επώνυμα δελτία ειδήσεων κατασκευάζουν ειδήσεις και παραπληροφορούν, γιατί να μην κατασκευάσουν και τα εναλλακτικά μέσα όπου η ανωνυμία απελευθερώνει και δραματοποιεί ακόμα περισσότερο τις καταγγελίες των παραδοσιακών μέσων;

Η ενημέρωση όμως απαιτεί διασυνδέσεις με τα κέντρα που παράγουν ειδήσεις. Μπορεί ένας απλός blogger να κατασκευάσει ειδήσεις; Και αν κατασκευάσει κάποιες, σίγουρα η πραγματικότητα θα τον διαψεύσει. Άρα η ενημέρωση από τα blogs απαιτεί την παρουσία δημοσιογράφων. Μήπως όμως αυτοί εξακολουθούν να υπηρετούν τα οικονομικά συμφέροντα των αφεντικών τους; Μπορούν να υπηρετούν στην εφημερίδα τους ή το κανάλι τους συγκεκριμένα συμφέροντα και στα blogs να είναι ανεπηρέαστοι και ανεξάρτητοι; Πολύ δύσκολα θα πιστέψω ότι θα καταδώσουν το αφεντικό τους στο internet. Δεν τους συμφέρει γιατί το αφεντικό κολλάει ένσημα μέσα στην ασφαλή στέγη της πανίσχυρης διαπλοκής.


Επίθεση Καρχιμάκη σε νεοσύστατο blog με τίτλο : «Καρχιμακιστάν».

Ο Καρχιμάκης φαίνεται ενοχλήθηκε πολύ από τη λειτουργία ενός νέου blog με τίτλο : «Καρχιμακιστάν». Η ενόχλησή του βέβαια είναι δικαιολογημένη αφού σκοπός αυτού του blog είναι να βγάλει στη φόρα «το βίο και την πολιτεία» του ίδιου του Καρχιμάκη. Το «Καρχιμακιστάν» απ’ ότι φαίνεται θα ασκήσει δριμύτατη κριτική στο βουλευτή αυτό, που το παίζει κριτής και τιμητής των πάντων. Στη λογική βέβαια, Καρχιμάκη, όποιος διαφωνεί μαζί του, είναι εχθρός της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Καθόλου παράξενο μια και τέτοιες απόψεις ενδημούν και ευδοκιμούν πολλά χρόνια τώρα στο πασόκ. Πολλοί «αγωνιστές» του πασόκ πιστεύουν ότι είναι οι κληρονόμοι και οι ιδιοκτήτες της δημοκρατίας, χωρίς όμως να μπορούν να εξηγήσουν από που κληρονόμησαν τη δημοκρατία. Σάμπως οι αγώνες του ελληνικού λαού να έγιναν αποκλειστικά και μόνο από πασοκατσίδες. Προσέξτε σύντροφοι γιατί τόσο σφιχτά που κρατάτε την παντέρμη τη δημοκρατία, χωρίς κανένας άλλος να δικαιούται να την αγγίξει, μπορεί και να μας την πνίξετε.

Στο «kaρximakistan» λοιπόν, ασχολήθηκαν πριν λίγες μέρες με τις διασυνδέσεις Πέτρου Λάμπρου, Καρχιμάκη και φουσκωτού χρηματιστηρίου 1999. Μάλλον χτύπησαν φλέβα. Ο Καρχιμάκης που τυγχάνει να είναι και κουμπάρος του Πετρολάμπρου, απευθύνθηκε αμέσως στα δημοσιογραφικά του όργανα για να αποδομήσουν ένα απλό blog.
Έτσι είδαμε κατευθυνόμενα δημοσιεύματα εναντίον του «Καρχιμακιστάν» .

Στην ΗΜΕΡΗΣΙΑ (25/4/2007):

"Θύμα ο Καρχιμάκης
Δεν έπεσε μόνο θύμα χάκερ που του «μακέλεψε» την προσωπική ιστοσελίδα ο άοκνος Μ. Καρχιμάκης. Ο «πράσινος» βουλευτής Λασιθίου, έχει μπει για τα καλά στο μάτι αυτών των ανεκδιήγητων νεοδεξιών που πολιτεύονται με το μάτι γυαλισμένο για χρήμα.Τόσο πολύ, ώστε κοτζάμ «μπλογκ» έχει στηθεί στο διαδίκτυο για την αφεντιά του, ώστε να γράφουν εκεί τον πόνο τους διάφοροι μισαλλόδοξοι της σεμνής και ταπεινής κυβέρνησης! Μάλλον χάρη του κάνουν!".
Στην ΗΜΕΡΗΣΙΑ (26-4-2007): "ΚΑΡΧΙΜΑΚΙΣΤΑΝ! Και «μπλογκ» με τίτλο... Καρχιμακιστάν έχει δημιουργηθεί από «γαλάζια» στελέχη, που αυτο-ονομάζονται... Καρχιμόπληκτοι! Και καλούν όλους να καταθέσουν στοιχεία κατά του βουλευτή Ηρακλείου!". Εδώ η «δημοκρατική» εφημερίδα,από τη βιασύνη της αποκαλεί τον Καρχιμάκη βουλευτή Ηρακλείου ενώ είναι Λασιθίου. 
Άλλο ένα δημοσίευμα σε έτερον έντυπο του ίδιου συγκροτήματος, στο ΕΘΝΟΣ: (26-4-2007) :"Ενοχλεί πολλούς και... πολύ
Μάλλον ενοχλεί πολλούς -και... πολύ- ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Μιχάλης Καρχιμάκης με τις αποκαλύψεις που κάνει! Ετσι, οι γαλάζιοι αντίπαλοί του στον Νομό Λασιθίου... συνασπίστηκαν και δημιούργησαν... μπλοκ στο Διαδίκτυο με την επωνυμία «Καρχιμακιστάν»! Πώς λέγονται οι χειριστές του μπλογκ; «Καρχιμοπαθείς»! Και τι σκοπό έχουν; Να συγκεντρώσουν στοιχεία κατά του Μ. Καρχιμάκη -και επειδή μάλλον θα δυσκολευτούν ως προς αυτό- και κατά του ΠΑΣΟΚ!".............εδώ οι οπαδοί του καρχιμακισμού δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για κάποιες παρεκτροπές από τον Καρχιμάκη. Εμέσως προκαταλαμβάνουν οποιεσδήποτε αποκαλύψεις ή διαπιστώνουν ότι όλοι .....θα δυσκολευτούν. Τα πάντα είναι καλά κρυμμένα. Τα πάντα όμως κρύβονται για να τα βρίσκουν κάποιοι.
Είναι ολοφάνερο ότι τα δημοσιεύματα αυτά είναι κατά παραγγελίαν. Και τα δύο αυτά έντυπα βρίσκονται σε αγαστή συνεργασία με τους καρχιμακικούς κύκλους και ιδεολογικά και πρακτικά. Δεν θα περίμενε ποτέ κανείς να ερευνήσουν για τι ακριβώς κατηγορείτε ο Καρχιμάκης, καυτηριάζουν όμως το γεγονός ότι κάποιοι τολμούν να κατηγορήσουν τον ογκόλιθο της «δημοκρατίας» τους, που έχει πάνω του χαραγμένα με μπομπόλιες bold γραμματοσειρές, το όνομα του Καρχιμάκη. Στελέχη του συγκροτήματος Μπομπό σκαλίζουν με τα ίδια τους, τα χέρια, ένα ένα το γράμμα και δεν επιτρέπεται κανένας να πειράξει τον εκλεκτό τους......Να τον χαίρονται. Είμαι σίγουρος ότι ο χρόνος θα δικαιώσει το «Καρχιμακιστάν» γιατί πιστεύω ότι οι συντελεστές του, δεν έχουν τίποτα να χάσουν, είμαι σίγουρος (από το ύφος τους) ότι έχουν κρυφούς άσσους στο μανίκι...γι’ αυτό και η ενορχηστρωμένη επίθεση Καρχιμάκη Πιστεύω στην Ελευθεροτυπία και στη δημοκρατία, όχι ως ιδιόκτητα περιουσιακά στοιχεία κάποιων αλλά ως πανανθρώπινα αγαθά που κανένας δεν επιτρέπεται να πιστεύει ότι τα «κατέχει» περισσότερο από τον άλλο και να τα καπηλεύεται.


http://exastal.blogspot.gr/2007/05/blog.html